Όσοι φοβούνται τις λυχνίες ας ησυχάσουν. Η Copland έχει το απόλυτο φάρμακο, ένα λαμπάτο ολοκληρωμένο ενισχυτή με ένα λαμπάτο phono stage που δε θα σας ενοχλήσει ποτέ... με τις λυχνίες του.
Τα προϊόντα της Copland αγαπιούνται εύκολα, ειδικά εάν είστε από αυτούς που αναζητούν συσκευές με ποιοτικά υλικά, υψηλή εργονομία και εκείνη τη μοναδική αίσθηση ότι δε σας... έχουν κλέψει μετά την απομάκρυνση από το ταμείο. Έχουν μια δική τους «σκιά», αφού είναι συσκευές που εκπέμπουν ανάμικτα μηνύματα από τη στιγμή κιόλας που θα τα δει κανείς στο ράφι. Στην ουσία, βέβαια, πρόκειται για ηχομηχανές που κινούνται μεταξύ της απόλαυσης και της σιγουριάς.
Τι είναι, όμως, αυτό το κάτι που κάνει τα Copland να έχουν τη δική τους θέση στην αγορά;
Σίγουρα, οι απαντήσεις που τριγυρίζουν το νου είναι πολλές, αλλά κάποιες από αυτές είναι οι εξής: Όσον αφορά τη σχέση τιμής και απόδοσης, τα προϊόντα αυτής της εταιρείας τοποθετούνται μεταξύ του μεσαίου και του τρελού hi-end. Είναι εισαγωγικά hi-end μοντέλα, επειδή ηχούν τόσο καλά και δε ζητούν πολλά χρήματα.
Στοχεύουν τους μη audiophile, επειδή δε δέχονται «πειράγματα» και βελτιώσεις. Aπευθύνονται αυστηρά σε audiophile, απλά και μόνο επειδή τα περισσότερα έχουν λυχνίες. Όποια απάντηση και να διαλέξετε, ο νέος ολοκληρωμένος ενισχυτής CTA 405 δε θα μπορούσε να είναι φιλικότερος και λιγότερο ενοχλητικός, ως προς το χρήστη, παρ’ ότι φορά λυχνίες.
Η συσκευή, μόλις βγει από τη συσκευασία της, δε χρειάζεται ούτε καν πέντε λεπτά για να τεθεί σε λειτουργία - ακόμα κι εγώ, που φημίζομαι για τα αδέξια χέρια μου, αφού στο παρελθόν έχω καταστρέψει ουκ ολίγες συσκευές, κατάφερα μέσα σε λίγα λεπτά να την τιθασεύσω. Για την περίσταση, στο ένα άκρο του συστήματος υπήρχαν τα CD player Quad 99CDP ΙΙ και Marantz CD-12/DA-12, το πικάπ L-07D της Kenwood και η Air Tight ως κεφαλή κινητού πηνίου (MC) και στο άλλο άκρο είχαμε τα ηχεία Guarneri της Sonus Faber και τα LS3/5A.
SENSE AND SIMPLICITY
Η απλότητα της χρήσης του ενισχυτή εκτείνεται από το τηλεχειριστήριό του, που είναι ικανό να ελέγχει και το CD player της εταιρείας, έως τους ακροδέκτες ηχείων, που είναι οι εξαιρετικής ποιότητας παλαιού τύπου που έχουν την ικανότητα τεσσάρων τρόπων υποδοχής του καλωδίου. Η ίδια απλότητα κυριαρχεί και στην πρόσοψη.
Υπάρχουν μόνο δύο περιστροφικά ρυθμιστικά, ένα για την επιλογή εισόδου και ένα για την ένταση. Ακόμα έχουμε δύο πλήκτρα για εγγραφή και stand-by και στη μέση ένα κυκλικό καντράν ενδείξεων με LED, ώστε να ξέρουμε ποια πηγή ακούμε. Για αυτά, μάλιστα, υπάρχει κι ένα πλήθος υποσυστημάτων που... βάζει πλάτη.
Έχουμε ένα phono stage αρκετά μεγάλου μέγεθος, που δέχεται μεσαίας έως υψηλής εξόδου κεφαλή κινητού πηνίου, τέσσερις εισόδους γραμμής, και μια tape διπλής κατεύθυνσης. Επιπλέον, υπάρχει μία επαφή 12V που λειτουργεί ως trigger, ενώ στο πίσω μέρος διακρίνεται ένας μεγάλος διακόπτης έναυσης, αν και ο ενισχυτής μπορεί να τεθεί σε λειτουργία από το remote, όταν βρίσκεται «παρκαρισμένος» στο stand-by.
Συνήθως, η Copland σχεδιάζει τις συσκευές της έτσι ώστε να μην υπεροδηγούνται, επεκτείνοντας με αυτόν τον τρόπο τη διάρκεια ζωής των κατασκευών της. Η παροχή ρεύματος του τροφοδοτικού και οι μετασχηματιστές εξόδου του CTA 405 μπορούν να διαχειριστούν έως 100W ανά κανάλι, αλλά αυτός ο ενισχυτής χαρακτηρίζεται ως συντηρητικός, αφού χρησιμοποιεί πολύ χαμηλή ανάδραση, με αποτέλεσμα μόλις 50W στο κανάλι.
Εντούτοις, ζεσταίνεται αρκετά, για αυτόν το λόγο προτείνεται η συσκευή να έχει «αέρα» στο επάνω μέρος της. Ακόμα και τα πεινασμένα Sonus Faber οδηγήθηκαν άνετα με τα 50W του Copland και ρόκαραν όχι μόνο εμένα, αλλά και το χώρο μου, που έχει διαστάσεις 3,7x5,5 μ.
Και όταν λέμε «ροκ», μιλάμε για ηχογραφήσεις με τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες των Kings of Leon, Chuck Ε. Weiss και άλλων που... αγαπούν το μπάσο και το βαθύ χαμηλό. Ακόμα και τα Guarneri, που είναι κόμπακτ σε μέγεθος και παραμένουν έπειτα από μία δεκαετία κορυφαία, απέδωσαν με άνεση τις κατώτατες οκτάβες, κάτι... που με κλειστά μάτια διέψευσε το μέγεθός τους. Ωστόσο, για να συμπεριφερθούν έτσι τα ηχεία αυτά, χρειάζονταν κάτι που να τα οδηγήσει σκληρά και χωρίς οίκτο.
Κι ενώ περίμενα ότι ο Copland δε θα παρέδιδε στάθμες ικανές να απειλήσουν την υγεία των Guarneri ή τη δική μου, σε κανένα σημείο δεν εμφανίστηκαν τα δυναμικά συμπιεσμένα ή οι χαμηλές οκτάβες να έχουν τάσεις προς λιμοκτονία.
Δε λέω ότι ο CTA 405 είναι κυρίως ροκ ενισχυτής, όπως εύκολα θα τον χαρακτήριζε κανείς, ωστόσο ανέδειξε τέλεια την ενέργεια και το σιροπιαστό συναίσθημα των Kings of Leon και το «σκαφτό» ρυθμό του Chuck E. Weiss στο κομμάτι 23rd & Stout (Cooking Vinyl CKV-CD-4783) από την αρχή μέχρι την αλά Tom Wait μαυρίλα... Bέβαια, και στις φωνές ο Copland παρουσιάζεται δυνατός - το μίγμα των φωνών σε α καπέλα κομμάτια θα σας κόψει την ανάσα. Η φωνή του Weiss, που είναι ό,τι πρέπει για αυτές τις καυτές νύχτες του καλοκαιριού, έχει τα τέλεια vibe για τις φιλμ νουάρ καταστάσεις που δημιουργεί το 23rd & Stout και ο Copland όλες εκείνες τις φωνητικές συστάσεις για αναδειχθούν όλα αυτά.
Eκεί όπου ο ενισχυτής πραγματικά λάμπει, όμως, είναι στους πλούσιους ρυθμούς της μπάντας που υποστηρίζουν τη φωνή του Chuck E. Weiss, θυμίζοντας τους Little Feat στα πρώτα τους. Εάν ήμουν από εκείνους τους παραπλανημένους που θεωρούν ότι το τέμπο, ο ρυθμός και ο συγχρονισμός της μουσικής πηγάζουν από το σύστημα αναπαραγωγής ήχου και όχι από την ηχογράφηση, θα όριζα τον CTA 405 ως «ενισχυτή της χρονιάς».
Ακούστε τη ροή στο Sho Is Cold ή το Fake Dance και θαυμάστε τον τρόπο που ο Copland συμβαδίζει με το ρυθμό, παρά τις απαιτήσεις των Guarneri. Yπάρχει, μάλιστα, ένα μυστικό όπλο που κάθε πωλητής θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να πείσει οποιονδήποτε πιθανό πελάτη: το στάδιο φωνογραφικής κεφαλής είναι τεράστιο και, εάν το «ταΐσετε» με κάποια κατάλληλη κεφαλή, τότε θα εκπλαγείτε.
Πράγματι, ένα από τα πρώτα τρακ που έπαιξα μέσω του CTA 405 ήταν από το βινύλιο Two Of A Mind των Paul Desmond και Gerry Mulligan (RCA LSP2624), μια κλασική παραγωγή της RCA που διαθέτει αέρα και ησυχία σε αφθονία.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο προκλητικό, για να γευτεί κανείς ποιότητα από μια τρομερά ανοιχτή vintage στερεοφωνική ηχογράφηση με πλήθος λεπτομερειών. Mια μονομαχία σαξοφώνων από βινύλιο μέσω λυχνιών, πιο νόστιμη από μιλανέζικο ριζότο με άσπρη τρούφα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
Αλλά πάντα εκεί υπάρχει ένα επιχείρημα, μια ηχογράφηση που δίνει το πλήρες μέτρο μιας συσκευής κατά τη διάρκεια των πρώτων κιόλας ακροάσεων. Αυτήν τη φορά ήταν η θαυμάσια επανέκδοση της εταιρείας Sundazed των αξεπέραστων The Byrds στο άλμπουμ Sweetheart of the Rodeo (Sundazed/Columbia LP5215).
Η Sundazed έχει μια ικανότητα άψογης ανατύπωσης των original ηχογραφήσεων. Έτσι, είχαμε απ’ τη μια σαφήνεια στα κρουστά, καταιγισμό των χορδών, ρινικές φωνές και ένα... κακόγουστο τύπου χόνκι τονκ πιάνο στο κομμάτι You ’re Still On My Mind και τον Copland, απ’ την άλλη, να καταλαβαίνει την αναλογία, τα σχετικά επίπεδα, τα μεταβατικά και όλες εκείνες τις άλλες αρετές για τις οποίες διψά κάθε ακροατής.
Εάν έχετε φθάσει στο στάδιο όπου καταλαβαίνετε τη φιλοσοφία του Ζεν, ότι το λιγότερο είναι περισσότερο, τότε ίσως είστε έτοιμος για αυτήν την ασυνάρτητη προσέγγιση στις audiophile ανάγκες σας.
Ο CTA 405 της Copland είναι ένα από εκείνα τα σπάνια ενισχυτικά που απευθύνεται ΚΑΙ ικανοποιεί δύο συνήθως αντίθετα κίνητρα: αυτό που έχετε ανάγκη και εκείνο που πραγματικά θέλετε.
Ένας hot ενισχυτής από την παγωμένη Σκανδιναβία
Αν υπάρχει ένα σκανδιναβικό στερεότυπο (και δεν εννοώ τις πανέμορφες ξανθιές με τα μακριά πόδια που αυτόν τον καιρό έχουν γεμίσει τις ελληνικές παραλίες), αυτό είναι το ήθος της IKEA και της Η&Μ, που συνδυάζoυν το styling με τα λίγα χρήματα.
Όσο καιρό υπάρχει η Copland, προσφέρει υβριδικές και μη υβριδικές υλοποιήσεις που από την αρχή έχουν ωφεληθεί από τη γραμμή ενός από τα πιο εμπορικά σήματα των τελευταίων τριάντα ετών, της ξακουστής Cello, που είχε σχέσεις με τη Μark Levinson.
Kι αυτό, για να μη μικραίνει η αξία των προϊόντων της εταιρείας, επειδή είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που δείχνει η όμορφη πρόσοψή τους. Ξεχάστε τα look, το τρικ της Copland είναι ότι τα προϊόντα της απευθύνονται τόσο σε audiophile όσο και σε όσους δε θέλουν να αισθάνονται μαζοχιστές...